Χτισμένο στην κορυφή πευκόφυτου λοφίσκου κοντά στο λιμάνι της Μυτιλήνης, το κάστρο της Μυτιλήνης καταλαμβάνει έκταση περίπου 60 στρεμμάτων και αποτελεί ένα από τα μεγαλύτερα κάστρα της Μεσογείου. Η σημερινή μορφή του είναι αποτέλεσμα της οικοδομικής δραστηριότητας των Γατελούζων που κυριάρχησαν στο νησί κατά την περίοδο 1355-1462 και των Οθωμανών που κατέλαβαν τη Λέσβο από το 1462 έως το 1912 ενώ από τη βυζαντινή φάση σώζονται σήμερα μόνο τρία τμήματα: μία βυζαντινή πυλίδα στη βόρεια πλευρά των τειχών, ο ανατολικός τοίχος του κεντρικού οχυρωματικού περιβόλου και η δεξαμενή στο μεσαίο κάστρο.
Η διάταξή του Κάστρου της Μυτιλήνης ακολουθεί τη μορφολογία της χερσονήσου. Διαιρείται σε τρία τμήματα: το Άνω Κάστρο, που είναι και η κύρια ακρόπολη του φρουρίου, το Μεσαίο Κάστρο, το μεγαλύτερο μέρος του οποίου κατασκευάστηκε από τους Γατελούζους και το Κάτω Κάστρο, που το έχτισαν οι Τούρκοι. δείτε περισσότερα
Χώρος συνεχούς κατοίκησης το κάστρο, δέχτηκε πολλαπλές επισκευές και σταδιακά πολλές νέες εγκαταστάσεις. Οι ανασκαφές που διενεργήθηκαν το 1984 έφεραν στο φως ιερό Δήμητρας και Κόρης–με συλλατρεία της Κυβέλης- τεκμηριώνοντας την κατοίκηση της περιοχής κατά την αρχαιότητα. Η κατασκευή του κάστρου άρχισε κατά την Βυζαντινή εποχή ( 483-565 μ.Χ. ), με την χρησιμοποίηση αρχαίου δομικού υλικού, ενώ η σημερινή του μορφή ολοκληρώθηκε στα χρόνια της Ηγεμονίας των Γενουατών Γατελούζων ( 1355-1462 ). Χτίστηκε στα 1373 πολύπυργο, με επάλξεις και τάφρους από τον Γατελούζο ηγεμόνα Φραγκίσκο Α’. Το 1384 καταστροφικός σεισμός γκρεμίζει το κάστρο και κατόπιν τούτου επανοικοδομείται. Στην συνέχεια ενισχύεται με αμυντικά έργα ( νέες επάλξεις, αναχώματα, κανόνια ), ώσπου καταλαμβάνεται από τους Τούρκους το 1462.
Ακόμη και σήμερα διασώζεται το παλάτι των Γατελούζων, ένας τετράγωνος πέτρινος πύργος με εντοιχισμένη πλάκα όπου με ευδιάκριτα ανάγλυφα σχήματα παριστάνεται το οικόσημο των Γατελούζων και παραστάσεις Ρωμαϊκών μονομαχιών. Επίσης στην εξωτερική πύλη υπάρχει πλάκα με το οικόσημο των Παλαιολόγων. Στις επεμβάσεις και προσθήκες που ακολούθησαν από τους Τούρκους οφείλεται το κατώτερο βόρειο τμήμα της οχύρωσης. Για οικοδομικό υλικό χρησιμοποιήθηκαν πολλά κομμάτια που προέρχονται κυρίως από το Αρχαίο Θέατρο Μυτιλήνης το οποίο τότε βρισκόταν σε περίοδο παρακμής. Κατά την περίοδο της Τουρκοκρατίας κατασκευάστηκε επίσης ένα Τούρκικο Ιεροδιδασκαλείο, κτίσμα που σώζεται μέχρι σήμερα. Μετά την απελευθέρωση από τους Τούρκους, το 1912, το κάστρο παύει να έχει αμυντικό χαρακτήρα και χρησιμοποιείται ως στρατώνας. Μέσα στο κάστρο σώζονται υπόγειες στοές που διαδραμάτισαν τον ρόλο καταφυγίου για τα γυναικόπαιδα της πόλης σε περιόδους πολέμου, καθώς και υδατοδεξαμενή χωρητικότητας 4.000κ.μ. Από τη δεκαετία του '70 το κάστρο αποκτά τη λειτουργία μνημείου, επισκευάζεται και συντηρείται. Σήμερα διατηρημένο χρησιμοποιείται ως χώρος πολιτιστικών εκδηλώσεων κατά τους θερινούς μήνες.
Το κάστρο του Μολύβου βρίσκεται στο βόρειο τμήμα της νήσου Λέσβου στη θέση της αρχαίας Μήθυμνας και αποτελεί το δεύτερο σε μέγεθος και σημασία κάστρο της Λέσβου. Οικοδομήθηκε κατά τη διάρκεια της Βυζαντινής εποχής στα απομεινάρια αρχαίων, εκτεταμένων τειχών, με σκοπό την αντιμετώπιση επιδρομών Φράγκων και Τούρκων, ολοκληρώθηκε το έτος 1373 από τον Γενουάτη Φραγκίσκο Α’ Γατελούζο και ενισχύθηκε περαιτέρω από τους Τούρκους το 1462.
Χτισμένο με κόκκινο και καφέ τραχείτη, το κάστρο του Μολύβου, κατείχε στρατηγικής σημασίας θέση που επέτρεπε τον έλεγχο του βόρειου περάσματος προς τον Αδραμυττινό κόλπο. Στη σημερινή του μορφή είναι σε μεγάλο βαθμό έργο των Γατελούζων ηγεμόνων με πολλές μεταγενέστερες προσθήκες και επισκευές επί οθωμανικής κυριαρχίας αλλά και με σύγχρονες επισκευές που δύσκολα διακρίνονται καθώς έχουν γίνει με το ίδιο υλικό και με τα ίδια αρμολογήματα. Τα σωζόμενα τμήματα του (ο κεντρικός πυρήνας) που χρονολογούνται γύρω στο 1373 ακολουθούν το ψευδοϊσόδομο σύστημα δόμησης με κανονικούς λίθους, ενώ μεγάλο τμήμα της σημερινής μορφής του (προπύργια, είσοδοι ακρόπολη) ανάγεται στην εποχή της Τουρκοκρατίας με περισσότερες από μία οικοδομικές φάσεις. Οι τελευταίες επισκευές στο κάστρο θα πρέπει να χρονολογηθούν πριν τα μέσα του 18ου αιώνα.
Το κάστρο της Μήθυμνας στην παρούσα μορφή του χωρίζεται σε δύο μέρη με εσωτερικό τείχος. Αποτελείται από 10 πύργους με αντίστοιχα μεταπύργια, 2 προπύργια που συνδέονται μ' ένα μεταπύργιο, την "ακρόπολη" στο βορειοανατολικό τμήμα του, πέντε κτήρια στο εσωτερικό του κάστρου (από τα οποία τα δύο σε ερειπιώδη κατάσταση) και δύο προτειχίσματα για ενίσχυση των ευπρόσβλητων σημείων.
Η πρόσβαση στο κάστρο γίνεται μέσω τριών διαδοχικών πυλών. Η εξωτερική ανοίγεται στο νοτιότερο άκρο του εξωτερικού περιβόλου και χρονολογείται στην οθωμανική περίοδο. Σε μικρή απόσταση η δεύτερη είσοδος οδηγεί σε έναν υπαίθριο χώρο ο οποίος προστατεύεται από τα τείχη. Η τρίτη κατά σειρά πύλη που αποτελεί την κύρια είσοδο του κάστρου και χρονολογείται στον 14ο αι. και συναντάται ανεβαίνοντας το καλντερίμι. Ενδιαφέρουσα είναι η ξύλινη, με μεταλλική επένδυση, θύρα που κλείνει την είσοδο (οθωμανικής περιόδου). Στο εσωτερικό του κάστρου τα σωζόμενα κτήρια χρονολογούνται στην οθωμανική περίοδο. Ένα από αυτά είχε πιθανότατα χρήση πυριτιδαποθήκης.
Στο κάστρο έχουν γίνει εργασίες στερέωσης και συντήρησης. Σήμερα θεωρείται ως ένα από τα καλύτερα διατηρημένα κάστρα της Ανατολικής Μεσογείου, αποτελεί το σημαντικότερο επισκέψιμο μνημείο και παραχωρείται στο Δήμο Μήθυμνας για διοργάνωση πολιτιστικών εκδηλώσεων.
Το Κάστρο του Σιγρίου αποτελεί ένα από τα μεταγενέστερα οχυρωματικά έργα στο νησί. Βρίσκεται στο δυτικότερο άκρο της Λέσβου και χτίστηκε το 1757 από τον αρχιναύαρχο του οθωμανικού στόλου Σουλεϊμάν πασά προκειμένου να προστατευθεί η περιοχή από τις επιδρομές των πειρατών και να διασφαλιστεί η ομαλή διακίνηση των εμπορευμάτων. Το κάστρο χαρακτηρίζεται από το αραβικό τόξο που έχει πάνω από την πύλη, με κόκκινες και λευκές πέτρες. δείτε περισσότερα
Πρόκειται για ένα κάστρο που διατηρείται στην αρχική του μορφή και σώζεται σε αρκετά καλή κατάσταση. Είναι μικρών διαστάσεων, τετράγωνο στην κάτοψη, με τετράγωνους οχυρωματικούς πύργους στις τέσσερις γωνίες και καταχύστρα στο θολωτό τμήμα πάνω από την είσοδο για την προστασία της. Η κεντρική πύλη στα ανατολικά κλείνει με δίφυλλη ξύλινη θύρα, επενδυμένη με σιδερένια ελάσματα. Κοσμείται με οξυκόρυφο τόξο -τυπικό δείγμα αραβικής αρχιτεκτονικής- κατασκευασμένο από εναλλασσόμενους ερυθρούς και λευκούς λίθους. Αντίστοιχης έμπνευσης είναι στο εσωτερικό του κάστρου, τα τοξωτά λίθινα ή πλίνθινα υπέρθυρα των κελιών, που χρησιμοποιούνταν για τη διαμονή της μόνιμης φρουράς.
Η πολύ φθαρμένη αρχική ιδρυτική επιγραφή χρονολογείται στα 1757 που είναι και η τελευταία χρονιά της σύντομης βασιλείας του αδύναμου σουλτάνου Osman ΙΙΙ, το αυτοκρατορικό μονόγραμμα του οποίου διακρίνεται ακόμα στην επιγραφή. Μια δεύτερη επιγραφή, που βρέθηκε στο υπόγειο κελάρι του τζαμιού του οικισμού που σήμερα λειτουργεί ως εκκλησία (Αγία Τριάδα), θεωρείται ότι ήταν άλλοτε εντοιχισμένη στο κάστρο. Γραμμένη με την ποιητική μορφή της όψιμης οθωμανικής περιόδου, μνημονεύει την κατασκευή του υδραγωγείου και ορισμένων κρηνών στην πόλη, που αποδίδονται στο Σουλεϊμάν Πασά, την εποχή του σουλτάνου Mustafa III (1757-1774).
Τουλάχιστον έως το τέλος του 19ου αι. το κάστρο αποτελούσε το κέντρο γύρω από το οποίο αναπτύχθηκε ο οικισμός. Καθ΄όλη τη διάρκεια του 19ου αι. και μέχρι το 1912 διέμεναν σ' αυτό στρατιωτικές μονάδες. Σύμφωνα με μαρτυρίες το κάστρο ήταν καλά συντηρημένο και εφοδιασμένο ώστε να αποτρέπει τυχόν τοπικές ταραχές όμως δεν θα μπορούσε να αντέξει σε μια συντονισμένη επίθεση από τη θάλασσα. Τμήματα των τειχών του κάστρου, κατέρρευσαν λόγω του σεισμού του 1889 που έπληξε τη δυτική Λέσβο.
Στις αρχές του 20ου αι. ήρθαν να κατοικήσουν στο Σίγρι οι πρώτοι Έλληνες. Η ιστορία του κάστρου ως οθωμανικού στρατοπέδου κλείνει με την απελευθέρωση του στις 17 Δεκεμβρίου του 1912. Κατά τη διάρκεια του Α΄ Παγκοσμίου πολέμου, καλοκαίρι του 1915, αποτέλεσε βάση ανεφοδιασμού και ορμητήριο της Entente.
Πατρίδα του λυρικού ποιητή Αρίωνα, η Μήθυμνα που καταλαμβάνει μια μικρή χερσόνησο στη βόρεια ακτή του νησιού, ιδρύθηκε στο τέλος της εποχής του Χαλκού, πιθανότατα μετά την άφιξη των Αιολέων. δείτε περισσότερα
Σύμφωνα με τα ευρήματα των ανασκαφών, η πόλη της Μήθυμνας, γνώρισε τη μεγαλύτερη άνθηση κατά την αρχαϊκή περίοδο, οπότε κατελάμβανε και τη μεγαλύτερη έκταση, που ταυτίζεται σχεδόν με το σύγχρονο παραδοσιακό οικισμό. Από τον 4ο αιώνα π.Χ., η πόλη περιορίζεται προς την ακρόπολη και τη Ντάπια, όπου σώζεται σε μεγάλο ύψος ένα τμήμα του αμυντικού τείχους της Ελληνιστικής εποχής, το οποίο ενσωματώθηκε στο σημερινό Μεσαιωνικό Κάστρο.
Επίσης, σώζονται λείψανα από τον μώλο του αρχαίου λιμανιού, που είναι ορατά στη θέση που βρίσκεται το σύγχρονο λιμάνι, καθώς και τμήματα του υδραγωγείου της ρωμαϊκής εποχής που μετέφερε το νερό από τον Λεπέτυμνο στη Μήθυμνα. Στη θέση Ντάπια εντοπίστηκε το αρχαϊκό νεκροταφείο της πόλης, ενώ η νεκρόπολη των ελληνιστικών και ρωμαϊκών χρόνων αποκαλύφθηκε κατά μήκος του δρόμου που οδηγεί από την Μήθυμνα στη Πέτρα.
Η Μήθυμνα σήμερα αποτελεί έναν από τους σημαντικότερους διατηρητέους οικισμούς του Αιγαίου.
Το Ιερό της Κλοπεδής, βρίσκεται βορειοδυτικά της Αγιάς Παρασκευής Λέσβου και αποτελεί ένα από τα σημαντικότερα δείγματα αρχαϊκής αρχιτεκτονικής του νησιού. Ο Ναός, αφιερωμένο πι8ανώς στον Ναπαίο Απόλλωνα, πρωτοχτίστηκε τον 8ο αιώνα π.Χ ενώ την τελική του μορφή πήρε στα μέσα του 6ου αιώνα π.Χ.
Η ανασκαφική έρευνα έφερε στο φως τα οικοδομικά λείψανα δύο αρχαικών ναών. Ο ένας από αυτούς, μεγάλος περίπτερος ναός, είχε ψιλόλιγνους αράβδωτους κίονες και ιδιόμορφα αιολικά κιονόκρανα που σήμερα εκτίθενται στο Παλαιό Κτίριο του Αρχαιολογικού Μουσείου Μυτιλήνης. Χαρακτηριστικό των αιολικών κιονόκρανων είναι οι δύο μεγάλοι έλικες που στρέφονται δεξιά και αριστερά από ένα μεγάλο φυτικό κόσμημα (ανθέμιο). Η απλή και αυστηρή μορφή των κιονόκρανων της Κλοπεδής αποτελούν χαρακτηριστικό της αρχαϊκής τέχνης της Λέσβου, ενώ τέτοιου είδους κιονόκρανα συναντώνται και σε αιολικές πόλεις της Μικράς Ασίας.
Tο Iερό των Μέσσων βρίσκεται στη θέση "Κουκάλα" ή "Κοκκάλα" της περιοχής Μέσα στην αγροτική περιφέρεια της Αγίας Παρασκευής Λέσβου. Στην αρχαιότητα βρισκόταν κοντά στα βόρεια σύνορα της επικράτειας της αρχαίας πόλης Πύρρας και στο μέσο (κέντρο) της Λέσβου, από όπου η περιοχή πήρε το όνομα της, "Μέσσον", με τον αιολικό τύπο της λέξης. Ο οκτάστυλος ψευδοδίπτερος ιωνικός ναός του δεύτερου μισού του 4ου αιώνα π.χ. ενσωμάτωσε το αρχαϊκό λατρευτικό κτίριο με τα προκτίσματά του.
Στον 3ο - 4ο αιώνα μ.χ. ο ναός καταστρέφεται, τα αρχιτεκτονικά μέλη του κυριολεκτικά θρυμματίζονται και ασβεστοποιούνται στους κλιβάνους, που κτίζονται σε επαφή και γύρω του. Η βασιλική των παλαιοχριστιανικών χρόνων κτίζεται πάνω στο δάπεδο του υστεροκλασικού ναού, ενώ η λατρεία συνεχίζεται στην ίδια θέση μέχρι σήμερα στο μεταβυζαντινό ναΐσκο του Ταξιάρχη. Οι Χριστιανικοί ναοί ήταν κοιμητηριακοί, όπως φαίνεται από τους ανασκαμμένους τάφους στο δάπεδο του αρχαίου ναού και στη γύρω περιοχή.
"Εν τω ϊρω τω εμ Μέσσω" οι τέσσερις πόλεις της Λέσβου, η Μυτιλήνη, η Μήθυμνα, η Άντισσα και η Ερεσός, συγκεντρώνονται και συναποφασίζουν για την "αύξησιν και ομόνοιαν των Λεσβίων", όπως μας πληροφορεί μια επιγραφή, που χρονολογείται στα 200-167 π.χ. "Εις Μέσσον" έρχονται δικαστές από τη Μίλητο για να επιλύσουν τις διαφορές των δύο πόλεων της Λέσβου, της Μήθυμνας και της Ερεσού.
Το παλλεσβιακό ιερό των Μέσσων φαίνεται ότι ενώνει τη μοίρα του με ο κοινό των Λεσβίων από τα αρχαϊκά χρόνια μέχρι το 2ο αι. μ.Χ.. Με το ιερό αυτό οι μελετητές ταυτίζουν το "εύδειλον τέμενος μέγα ξύνον", που αναφέρει ο Λέσβιος ποιητής Αλκαίος. Στο τέμενος αυτό οι Λέσβιοι καθιέρωσαν βωμούς στη λατρεία των "αθάνατων μακάρων", δηλαδή του Δία αντίαου, της "Αιολήιας θέου πάντων γενέθλια", που ταυτίζεται με την Ήρα και του "κεμήλιου Ζόννυσσου ωμήσταν" (Διονύσου) (της λεγόμενης Λεσβιακής τριάδας). Ο ίδιος ποιητής μας πληροφορεί για τις ετήσιες γιορτές και για τα καλλιστεία, που διεξάγονταν στο τέμενος. Η μεταγενέστερη ελληνιστική παράδοση φανταζόταν την ποιήτρια Σαπφώ να συνοδεύει με τη λύρα της τα κορίτσια της Λέσβου στο χορό και στο τραγούδι στο "τέμενος γλαυκόπιδος αγλαόν Ήρης".
Η ενότητα των πέντε πόλεων της Λέσβου (Μυτιλήνης, Μήθυμνας, Άντισσας, Ερεσού και Πύρρας) την περίοδο της απελευθέρωσης του νησιού από το Μ. Αλέξανδρο, εκφράζεται με την ανέγερση ενός σημαντικότατου μνημείου στο κέντρο του νησιού, στο "Μέσσον". Στις αρχές του 2ου αι. π.Χ. το ιερό, εκτός από κοινός τόπος λατρείας, αποτελεί την έδρα του Κοινού των Λεσβίων και τον τόπο συνάντησης και ανταλλαγής απόψεων των πόλεων του νησιού.
Ο ιωνικός ναός του Μέσσου αποτελεί ένα από τα σημαντικότερα μνημεία της Λέσβου. Από τον αρχαίο ναό σώζεται μόνο η θεμελίωσή του και το εσωτερικό των βαθμίδων της κρηπίδας, ενώ φαίνονται η κόγχη του Ιερού της παλαιοχριστιανικής βασιλικής και ο μεταβυζαντινός ναΐσκος του Ταξιάρχη.
Η διαμόρφωση του αρχαιολογικού χώρου έλαβε υπόψη όλες τις παραμέτρους ώστε να γίνει επισκέψιμος. Ο επισκέπτης έχει τη δυνατότητα να θαυμάσει από κοντά τη μικροτεχνική διακόσμηση των αρχιτεκτονικών μελών και να δει το ναό από τα δυτικά, να διαπιστώσει το μέγεθος και τα αρχιτεκτονικά στοιχεία του και να "φαντάζεται" το μνημείο στον ευρύτερο περιβάλλοντα χώρο. Ο επισκέπτης μπορεί να περιηγηθεί στον αρχαιολογικό χώρο και να φθάσει στο μικρό αμφιθέατρο από τις πλακόστρωτες διαδρομές, ενώ έχει τη δυνατότητα να δει από κοντά το ναό και να έχει πρόσβαση στο ναΐσκο του Ταξιάρχη από τον ξύλινο διάδρομο.
Στη βόρεια κεντρική πλευρά της Λέσβου, στην Πέτρα, βρίσκεται το αρχοντικό της Βαρελτζήδαινας, ένα από τα λιγοστά παραδείγματα της παραδοσιακής αρχοντικής κατοικίας στη Λέσβο. Πρόκειται για κτίσμα του μεταίχμιου του 18ου-19ου αιώνα που ανήκει στην κοσμική αρχιτεκτονική της Λέσβου της ύστερης Τουρκοκρατίας, με πάντρεμα ντόπιων στοιχείων αλλά και ανατολίτικων με το νεοκλασικισμό, τη βυζαντινή αρχιτεκτονική και το ρυθμό μπαρόκ. Το σημερινό όνομα του αρχοντικού αποτελεί μετάφραση του επιθέτου των τελευταίων ιδιοκτητών του, Μπαρδακτσόγλου (Μπαρδάκ, λ. τούρκικη: βαρέλι), οι οποίοι εμπορεύονταν το κρασί. δείτε περισσότερα
Η αρχιτεκτονική του αρχοντικού ακολουθεί την διαδεδομένη τυπική διάταξη των αρχοντικών κατοικιών, που χτίζονταν συνήθως στο κέντρο αγροτικών κτημάτων, κλεισμένων με περίβολο. Το κτίριο είναι διώροφο, με συμπαγές λιθόκτιστο ισόγειο, που του προσδίδει φρουριακό χαρακτήρα, αντίστοιχο με τις παλαιότερες οχυρές εξοχικές κατοικίες. Αντίθετα με το λιτό ύφος του ισογείου, ο όροφος ο οποίος είναι κτισμένος από ελαφρά υλικά με την τεχνική μπαγδατί (ξύλινος σκελετός, επιχρισμένος με λάσπη), χαρακτηρίζεται από έντονη διακοσμητική διάθεση που εκφράζεται μέσα από τις τοιχογραφίες και τα ξυλόγλυπτα ταβάνια.
Η εσωτερική διαμόρφωση των χώρων του αρχοντικού ανταποκρινόταν απόλυτα στις καθημερινές ανάγκες και στον τρόπο ζωής των κατοίκων. Το ισόγειο είχε κυρίως αποθηκευτική χρήση, ενώ η κατεξοχήν ζωή της οικογένειας, καθημερινή και επίσημη, εκτυλισσόταν στον όροφο όπου και υπάρχει ένα μεγάλο χωλ και γύρω τα δωμάτια. Η πρόσβαση στον όροφο γίνεται μέσω ξύλινης κλίμακας.
Η εσωτερική διαρρύθμιση του αρχοντικού στον όροφο ακολουθεί το σχήμα του ισοσκελούς σταυρού εγγεγραμμένου σε τετράπλευρο παράγωνο σχήμα, υποταγμένο σε μια απόλυτα ισορροπημένη σύνθεση. Κινητά έπιπλα είναι σχεδόν βέβαιο ότι δεν υπήρχαν. Η πρόνοια για την επίπλωση γινόταν, επομένως, με αρχιτεκτονικά μέσα. Χαμηλοί σοφάδες στους οντάδες χρησίμευαν για καθιστικά στη διάρκεια της ημέρας και για κρεβάτια τη νύχτα. Τα στρωσίδια του ύπνου διπλώνονταν το πρωί και τοποθετούνταν στις μεσάντρες (ντουλάπες), που καλύπτουν τη μία πλευρά των δωματίων.
Διακοσμητική διάθεση διαπιστώνεται σε όλα τα στοιχεία που αποτελούν τον όροφο. Τοιχογραφική διακόσμηση υπάρχει στα σημαντικότερα δωμάτια με τοπογραφίες, όπου κυριαρχεί το υγρό στοιχείο, απεικονίσεις πόλεων και αγαπητών μοτίβων της εποχής, όπως ανθέμια, βάζα και γιρλάντες με λουλούδια κ.α. Οι συνθέσεις διακρίνονται από νεοκλασικό ύφος με στοιχεία τουρκομπαρόκ.
Στο αρχοντικό της Βαρελτζήδαινας έχουμε μια κλασική αίσθηση, με την ελεγχόμενη συμμετρία και ισορροπημένη δομή στην αρχιτεκτονική και στη διακόσμηση. Η πολυτέλεια επιτυγχάνεται με πολύ λιτά μέσα, προσφέροντας ένα εντυπωσιακό αποτέλεσμα.
Το αρχοντικό της Βαρελτζήδαινας αποτελεί σημαντικό δείγμα της αστικής αρχιτεκτονικής της όψιμης Οθωμανικής περιόδου της Λέσβου, ιδιαίτερα χαρακτηριστικό για την οργάνωση της κάτοψης, του θεματικού διακόσμου, του λειτουργικού τυπικού και των κατασκευαστικών λεπτομερειών.
Η οικοσκευή που εκτίθεται στον όροφο είναι δωρεά της κ. Άνθης Μαλλιάκα- Ευσταθιάδου.
* Όπου δεν αναφέρεται διαφορετικά, οι ώρες αφορούν στο θερινό ωράριο των μουσείων